Το απόγευμα της Κυριακής ο Ισραηλινός πρόεδρος Ισαάκ Χέρτζοκ έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Γκάντι Άιζενκοτ, ηγέτη του μπλοκ των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Η διαδικασία, πάντως, δεν δείχνει απλή. Χωρίς το μπλοκ του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση, εάν δεν λάβουν ψήφο εμπιστοσύνης ή έστω ανοχής από τα αραβικά κόμματα.
Ο Γαβριήλ Χαρίτος, επισκέπτης καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου διδάσκει την ιστορία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, και αναλυτής του κυπριακού Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας, εξηγεί ότι ο Άιζενκοτ «δεν θέλει τα αραβικά κόμματα να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση αυτή».
Η στάση αυτή, λέει, είναι λογική. Υπήρξε αρχηγός του IDF και η δεξαμενή των εκλογέων του δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί σύμπραξη με την αραβική μειονότητα σε καιρό πολέμου, γιατί, όπως τονίζει, «ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει».
Σε αυτό το πλαίσιο, ενδέχεται να ενισχύεται η ιδέα μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, στην οποία θα συμμετέχουν και ο Άιζενκοτ και ο Νετανιάχου.
Εκτιμά ακόμη ότι, με το μέτωπο του Ιράν να σιγοβράζει, δεν είναι απίθανο «λίγο πριν τις σειρήνες ή όταν θα ακούμε τις σειρήνες ο Νετανιάχου και ο Άιζενκοτ να αναγκαστούν, είτε το θέλουν είτε όχι, να τη συστήσουν αυτή την κυβέρνηση εθνικής ενότητας».
Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει και το ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών. Ο Χαρίτος εκτιμά ότι κάτι τέτοιο θα ευνοήσει τον Νετανιάχου, σημειώνοντας παράλληλα ότι όλοι θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να μην οδηγηθούν σε νέα εκλογική αναμέτρηση.
Θεωρεί, εξάλλου, ότι ο παράγοντας του Ιράν και του πολέμου είναι εκείνος που θα φέρει την αντιπολίτευση σε υποχωρήσεις και ενδεχομένως θα την υποχρεώσει να ανεχθεί τον Νετανιάχου σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας.
Σε κάθε περίπτωση, τονίζει ότι θα ήταν πολύ περίεργο να βρίσκονται στην ίδια συνεδρίαση του ισραηλινού ΚΥΣΕΑ ο πρωθυπουργός, ο πρώην αρχηγός του IDF Άιζενκοτ, ο αρχηγός της Μοσάντ, ο αρχηγός της Σιν Μπετ και ο αρχηγός του στρατού, να δίνουν αναφορές στην κυβέρνηση, ενώ θα είναι παρών και ένας υπουργός από την αραβική μειονότητα.
Όπως αναφέρει, «αν συνέβαινε αυτό, το Παλαιστινιακό θα είχε ήδη λυθεί και δεν θα υπήρχε θέμα».

































